5

η ΦΩΝΗ του ΑΕΤΟΥ σελίδα 5 Αναπολώντας το παρελθόν Καφενείο – το τελευταίο ανάχωμα των χωριών Βασίλης Νικ. Πετρόπουλος «Ένα καφενείο, βρε παιδιά… ένα καφενείο δεν υπάρχει;» Η φράση αυτή μοιάζει πια να αιωρείται πάνω από τα χωριά της ελληνικής υπαίθρου, σαν παράπονο παλιό, σαν ερώτηση που δεν βρίσκει απάντηση. Περιδιαβαίνει κανείς τους άδειους δρόμους, αναζητώντας ένα τραπέζι, έναν ίσκιο, έναν καφέ που να μοσχοβολά συντροφιά. Μα συχνά βρίσκει μόνο σιωπή. Το καφενείο –το τελευταίο ανάχωμα των χωριών– υποχωρεί… Η κρίση των παραδοσιακών καφενείων στην Ελλάδα αποτελεί την κορύφωση μιας πολυετούς παρακμής, η οποία οφείλεται σε έναν συνδυασμό κοινωνικών και οικονομικών παραγόντων. Δεν έσβησαν απότομα. Φθάρθηκαν σιγά-σιγά, όπως φθείρονται τα πράγματα που κάποτε θεωρούσαμε αυτονόητα. Μαζί τους γέρασε κι η ύπαιθρος, άδειασε από φωνές, είδε τα παιδιά της να φεύγουν. Οι νέοι έφυγαν για τις πόλεις ή για μακρινούς τόπους, κι όσοι έμειναν κράτησαν τη γη με πείσμα, αλλά χωρίς ελπίδα διαδοχής. Τα σχολεία έκλεισαν, τα ιατρεία μαράζωσαν, τα ταχυδρομεία χάθηκαν. Και τότε άρχισε να σβήνει και το φως στο καφενείο. Κάθε λουκέτο δεν ήταν απλώς μια κλειστή πόρτα. Ήταν μια ρωγμή στην ψυχή του χωριού. Γιατί το καφενείο δεν ήταν μαγαζί• ήταν τόπος. Ήταν η καρδιά που χτυπούσε αργά, σταθερά, ανθρώπινα. Εκεί όπου συναντιόταν το χθες με το σήμερα και το αύριο περίμενε υπομονετικά σε μια καρέκλα. Η κατάσταση αυτή έχει οδηγήσει μεγάλο αριθμό καφενείων σε οριστικό «λουκέτο». Υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο κλείνουν 70 έως 80 καφενεία στην επαρχία. Η απώλεια του καφενείου συχνά σηματοδοτεί το τέλος της κοινωνικής ζωής του χωριού, το οποίο ερημώνει, καθώς δεν υπάρχει πλέον μόνιμο σημείο συνάντησης, επικοινωνίας και ψυχαγωγίας για τους λιγοστούς κατοίκους και επισκέπτες. Η ιστορία των καφενείων χάνεται βαθιά στον χρόνο. Από τις αγορές της Ανατολής ως τις αυλές της Κωνσταντινούπολης. Με τη λήξη της Επανάστασης σχηματίζονται τα πρώτα αστικά καφενεία στην Αθήνα (Πράσινο Δεντρί, Ωραία Ελλάς). Στη συνέχεια εξαπλώνονται σε όλον τον ελλαδικό χώρο όπου ανθίζουν και ριζώνουν βαθιά. Στα χρόνια του Μεσοπολέμου μεσουρανούν τα καφενεία του Λουμίδη στην Αθήνα και το «Καφέ Ντορέ» στη Θεσσαλονίκη ως κεντρικά στέκια διανοουμένων, λογοτεχνών και ποιητών. Κατά τη διάρκεια του πολέμου και της κατοχής, τα καφενεία γίνονται χώροι αντιστασιακής δράσης και τίθενται υπό στενή παρακολούθηση. Λίγο αργότερα, στη δεκαετία του ΄50 και μετά, τα καφενεία απέκτησαν μια άλλη, πιο τρυφερή διάσταση. Εκεί έφτανε ο ταχυδρόμος με τα γράμματα της ξενιτιάς. Εκεί περίμεναν οι γέροντες τη σύνταξη. Εκεί μπήκαν πρώτα το τηλέφωνο, το ραδιόφωνο, η ασπρόμαυρη τηλεόραση. Εκεί ακούστηκαν ειδήσεις, γέλια, καβγάδες και συμφιλιώσεις. Με έναν ελληνικό καφέ στο χέρι, μια ρετσίνα στο τραπέζι, μια παρτίδα τάβλι που κρατούσε όσο κρατούσε και η ζωή. Και στο κέντρο όλων αυτών στεκόταν ο καφετζής. Φύλακας μνήμης, διαμεσολαβητής ανθρώπων, σιωπηλός ψυχολόγος. Ώρες ατελείωτες πίσω από τον πάγκο, με λίγους πελάτες και πολλή υπομονή. Όχι για το κέρδος, αλλά για το χρέος. Για να μη μείνει το χωριό δίχως σημείο αναφοράς, αφού το καφενείο είναι και θα συνεχίσει να είναι μια υπαρξιακή αναγκαιότητα του Έλληνα. Με τον καιρό διαμορφώθηκαν και κάποιοι άγραφοι κανόνες, στη λειτουργία των καφενείων. Μερικούς από αυτούς αποδελτιώνουμε παρακάτω, όπως τους περιγράφει ο μελετητής των καφενείων Γιώργος Πίττας (Πρώτο Θέμα, 31-8-2025). «Στο καφενείο δεν πηγαίνουμε για φαγητό. Όταν κερνάμε, δεν πληρώνουμε εκείνη τη στιγμή• ο λογαριασμός γίνεται στο τέλος. Δεν αντικερνάμε αυτόν που μας κέρασε. Στο καφενείο δεν μεθάμε• επικρατεί νηφαλιότητα. Κυριαρχεί η αίσθηση του μοιράσματος. Το παλιό και το καινούριο συνυπάρχουν». Στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης εμφανίζεται η καφετέρια, ως ψυχαγωγικός χώρος, με παρόμοιο κοινωνικό χαρακτήρα. Για πολλούς είναι η μετεξέλιξη του καφενείου. Για άλλους όχι, διότι η επιτακτική ανάγκη για ανακαίνιση της καφετέριας δεν επιτρέπει να δημιουργηθεί ίχνος ιστορίας στο χώρο. Σε κάθε περίπτωση το λουκέτο ενός καφενείου της υπαίθρου δεν είναι ποτέ μικρή υπόθεση. Είναι προμήνυμα ερημιάς. Είναι μια καρέκλα λιγότερη γύρω από το τραπέζι της συλλογικής μνήμης. Κι αν χαθεί κι αυτό, τι θα απομείνει να μας καλεί πίσω; Αν θέλουμε να συνεχίσουμε να λέμε, όσοι ζούμε μακριά από τον τόπο μας, «ΣΗΜΕΡΑ ΘΑ ΠΑΩ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ», πρέπει πρώτα να φροντίσουμε να υπάρχει, ακόμη, ένα καφενείο να μας περιμένει. ΑΠΟ ΤΙΣ ΛΑΪΚΕΣ ΜΑΣ ΔΟΞΑΣΙΕΣ H καυστική σάτιρα Της Ιφιγένειας Γκότση «Μια φορά κι έναν καιρό ένα καλοσυνάτο, πανέξυπνο αγόρι, πάντα γελαστό, με ολόσγουρα μεταξένια ξανθά μαλλιά, σαν το καθάριο χρυσάφι, με ροδαλό πρόσωπο και δέρμα φυλντισένιο κι απαλό, όλο σβελτάδα και χάρη, περπατούσε στην εξοχή παίζοντας και σιγοτραγουδώντας. Ήταν όλο ζωή, και χαιρόταν την ομορφιά της μ’ όλη του την ψυχή. Χαιρόταν το λαμπερό ήλιο, τον καταγάλανο ουρανό, τον καταπράσινο κάμπο με τα πολύχρωμα φανταχτερά κι ευωδιαστά λουλούδια. Χαιρόταν τα γκλυκελαδήματα των παιγνιδιάρικων πουλιών και τα συγχνοπετάγματά τους στα κλαδιά, τα ρυάκια με τα γάργαρα κελαριστά νερά, το χαδιάρικο και ζωογόνο αεράκι. Ήταν άνοιξη στην πλήρη έξαρσή της. Τα αγρίμια, τα ζουζούνια είχαν γίνει φίλοι του, γιατί ποτέ δεν θέλησε να καταστρέψει, να αφανίσει και την πιο ασήμαντη ζωή. Είχε ένα έμφυτο σεβασμό για κάθε ζωντανό πλάσμα και η κάθε ζωή του γλυκοχαμογελούσε με τη δική της απλότητα και ηρεμία· του έδειχνε με το δικό της τρόπο την απεριόριστη εμπιστοσύνη και ευγνωμοσύνη της. Και κείνο πόσο χαιρόταν! Έτρεχε και πηδούσε σαν ζαρκάδι! Πολλά ήσαν τα χαρίσματά του και ξέχωρα ήταν προικισμένο με πηγαίο χιούμορ άκακο· Πάνω στην ξενοιασιά μιάς ανείπωτης χαράς πέρασε σαν αστραπή από το νου του η σκέψη να συναντήσει λογής-λογής ανθρώπους· νέους και γέρους, πλούσιους και φτωχούς, τσοπάνους, δουλευτάδες της γης, γραφιάδες, καλλιτέχνες, σπουδασμένους, σοφούς, κληρικούς, θλιμμένους και μη... - Πρέπει να μιλήσω μαζί τους, να τους πω όσο ξέρω, να μου πουν και κείνοι τα δικά τους, μονολογούσε· ποιος ξέρει, μπορεί να τους δώσω κουράγιο και κάτι από τη χαρά μου. Και τα δυο τα είχαν ανάγκη οι άνθρωποι. Είναι μεγάλο, όσο μικρό κι αν φαίνεται, το δώρο του κουράγιου και της χαράς. Πόσο θα χαρούν, αλήθεια, οι άνθρωποι, που θα με γνωρίσουν, θα με ακούσουν και θα μου ειπούν και τα δικά τους. Μπορεί μερικοί να με ειρωνευτούν, να με σχολιάσουν με ανεπίτρεπτα λόγια, μα τι πειράζουν μπρος στην προσφορά του κουράγιου και της χαράς; Άλλα όμως υπολόγιζε κι άλλα μπροστά του βρήκε. Αντάμωσε τσοπάνους πούπαιζαν γλυκιά φλογέρα, μα δεν σταμάτησαν το παίξιμο για να το δουν και να το ακούσουν. Πιο πέρα δουλευτάδες της γης και μεροκαματάρηδες σταμάτησαν για λίγο τη δουλειά, θαύμασαν το τρισχαριτωμένο αγόρι με το πηγαίο χιούμορ και του είπαν να πάει τώρα στο καλό και να ξαναγυρίσει μια άλλη φορά. Μια κομπανία πλανόδιων μουσικών λαϊκών οργάνων, που ξεκουράζονταν κάτω από ένα δέντρο με παχύ ίσκιο, κοντά σε κρυσταλλένια βρύση, ύστερα από πολύωρο και κοπιαστικό περπάτημα, το χαιρέτησε με εγκαρδιότητα, που έδωσε θέση στο φτωχικό υπαίθριο τραπέζι της και για να το ευχαριστήσει του έπαιξε ένα χαρούμενο γλυκό σκοπό. Διακοναραίοι, που εγύριζαν διακονεύοντας από το ένα χωριό στο άλλο, ούτε που το πρόσεξαν. Τί λες, μωρέ θεομπαίχτικο, του είπαν, εμείς κλαίμε τα κακά της μοίρας μας- γιατί δεν έχουμε στον ήλιο μοίρα, κι εσύ χωρατεύεις; Απαράτα μας στη φτώχεια μας και στην κακομοιριά μας. Δρόμο. Πήγε σε χήρες, τό ‘διωξαν με τούτα τα λόγια: - Εμείς, μωρέ ζαβολιάρικο, κλαίμε και μοιρολογάμε, τράβα στο καλό και στην καλή την ώρα. Πολλά σχολιαρόπαιδα και μαστορόπουλα το καλοδέχτηκαν, μίλησαν μαζί του, γέλασαν, μα σαν κίνησε να φύγει, τα πιο πολλά το γιουχάισαν, άρχισαν τα σφυρίγματα και τις ειρωνείες κι όταν απομακρύνθηκε λίγο, το πήραν από κοντά με τις πέτρες! Εζήτησε να μιλήσει σε γέρους μα και κείνοι του είπαν: - Σαν να μας λες «Έλα, παπούλη να σ’ ορμηνέψω!». Χθες βγήκες από το αυγό και νομίζεις ότι το παιδιάστικο μυαλό σου κατεβάζει σοφίες. Ζήσαμε και ξέρομε πάρα πολλά. Σε παιδιά συνομήλικά σου να πας να τα πεις, αγόρι. Κι άλλα πολλά και διάφορα γνώρισε κι άκουσε στην ύπαιθρο το γελαστό αγόρι και ξεκίνησε για τη μεγάλη πολιτεία. Σαν έφτασε εκεί, το κακό παράγινε. Κανείς, μα κανείς δεν του έδωσε σημασία. Ήταν για τους ανθρώπους της μεγάλης πολιτείας ασήμαντο κι ενοχλητικό. - Τι είναι και τούτο πάλι, ρωτούσε και ξαναρωτούσε τον εαυτό του, χωρίς να παίρνει απάντηση, φταίω εγώ, άλλαξα ή μήπως άλλαξε ο κόσμος της πολιτείας; Όσους κι αν πλησίασε σήκωναν περιφρονητικά το κεφάλι, δίχως να το προσέξουν! Δεν ήθελαν να χάσουν το χρόνο τους μ’ ένα παιδί· Κι όσοι πολύ λίγο το γνωρίζανε του λέγανε: - Βρε μπολαθούρικο, τί μας τσαμπουνάς; Είναι αυτά πράματα του καιρού μας; Άλλες έννοιες, άλλα προβλήματα, άλλοι τρόποι ζωής. Αυτά που ξέρεις πάνε, φύγανε. Ο κόσμος δεν περπατάει ανάποδα σαν τον κάβουρα, προχωράει μπροστά. Οι γραφιάδες του είπαν, πως δεν έχουν καιρό για χάσιμο, οι καλλιτέχνες πως τους είναι άχρηστο για την τέχνη, που με ζήλον υπηρετούν, οι σπουδαγμένοι πως τους είναι ανεπιθύμητο κι ενοχλητικό, γιατί σπούδασαν πολλά και σπουδαία και οι ιερωμένοι, με καλοσύνη βέβαια, το εξαπέστειλαν στην ευχή του Θεού. Παράμοιες απαντήσεις, αδιάφορες, περιφρονητικές, δηκτικές, πήρε και από άλλα πρόσωπα και τέλος τόλμησε να μπει σε μια σύναξη σοφών. - Σοφοί άνθρωποι, είναι σκέφτηκε, θα με δεχτούν και θα με παραδεχτούν. Έτσι θα ξεχάσω την πικρία από τα φερσίματα των άλλων. Όμως συνέχεια στη σελ. 6

6 Publizr Home


You need flash player to view this online publication