η ΦΩΝΗ του ΑΕΤΟΥ σελίδα 5 Oι συμπατριώτες μας γράφουν Η ΧΑΡΟΚΑΜΕΝΗ ΜΑΝΑ του Ιστορικού και Λαογράφου Στάθη Κακούτη Είχα τελειώσει την Παιδαγωγική Ακαδημία της Τρίπολης και περίμενα διορισμό. Με πολλή λαχτάρα περίμενε και η γιαγιά μου την ευλογημένη ώρα που θα ’μπαινα στο ναό της παιδείας και θα ανέβαινα στην έδρα, στο άγιο βήμα του σχολείου και θα δίδασκα στα παιδιά τη Βασιλεία των Ουρανών, το θείο φως της γνώσης, της αρετής και της αγάπης. Ήταν ένα πορφυρένιο ηλιοβασίλεμα του καλοκαιριού. Ήμουνα στο πατρικό μου σπίτι αντάμα με τη θυμόσοφη, καλοσυνάτη και σσ/ετή μου γιαγιά, Βενετσιάνα, ηλικίας τότε 82 ετών. Θυμάμαι ήταν λίγο άρρωστη και είχε ξαπλώσει στο κρεβάτι της και είχα πέσει κι εγώ δίπλα της και νιώθαμε μια σιωπηλή, αλλόκοτη ευτυχία. Μετά από λίγο η σκέψη μας ταξίδεψε στους περασμένους, στους μακρινούς και τους κοντινούς καιρούς. Σε κάποια στιγμή το μυαλό της γιαγιάς μου κόλλησε στα πολύπαθα, στα πολυστέναχτα χρόνια του εμφυλίου σπαραγμού και στράφηκε με στοργή στους συνανθρώπους της. Στο αδελφοκτόνο εκείνο μακελειό τα λόγια της λουλούδια, μια ανθο δέσμη αποδοχής και αγάπης για κάθε Ετεοκλή και Πολυνείκη, σκέφτηκα. που σαν όιλλη Αντιγόνη, σεμνά εναπόθετε αντί για χοές στη μνήμη όλω: εκείνων που παράωρα σβήσανε τη νιότη τους για ένα πάθος. Για να μου σκιαγραφήσει εντονότερα την ανελέητη τραγικότητα που πότιζε την πατρίδα και τη χαροκαμένη καρδιά της με πίκρα, μου υπαγό ρευσε και κατέγραψα το παρακάτω ελεγείο του δημοτικού μας λόγου: Μάνα με τα πολλά παιδιά και τους καλούς λεβέντες, πώς δε γελά τ’ αχείλι σου, δε χαίρεται η καρδιά σου; Πώς να γελά τ’ αχείλι μου, να χαίρετ’ η καρδιά μου- τα δυο παιδιά στη φυλακή και τ’ άλλα δυο στρατιώτες και τ’ άλλα δυο κλεφτόπουλα, κλέφτες, καπετανέγοι. Εβγήκαν τ’αποσπάσματα και κυνηγάν τους κλέφτες και συναπαντηθήκανε οι κλέφτες κι οι στρατιώτες. Ρίχνει αδερφός στον αδερφό, η μια μεριά στην άλλη, κι έμεινε η μάνα μοναχή στον τοίχο ακουμπισμένη. Επειδή καταλάβαινε πως την τριγύριζε ο Χάρος μου άφησε ιερή πα ρακαταθήκη αγάπης την παρακάτω ιστοριούλα που παραθέτω και που δεν ξέρω από ποιον την είχε ακούσει ή την είχε βγάλει η ίδια από το φωτεινό της μυαλό. «- Άκου, καλό μου παιδί κι αυριανέ μου δάσκαλε, μου είπε: Κάποτε c Χριστός πήγε στο παλάτι του Παραδείσου και είδε τους πεθαμένους που είχαν μορφές λουλουδιών. Όλα τα λουλούδια στο αντίκρισμα του αρχηγού της ζωής κούνησαν χαρούμενα τα πέταλά τους και του πρόσφεραν ολάκερο το άρωμά τους. Ο Χριστός συγκινήθηκε και τα αγκάλιασε όλα με τη γλυκιά ματιά του. Ύστερα έσκυψε με ευλάβεια κι έκοψε με τρυφερότητα ένα λευκό κι ευω διαστό λουλούδι. Το κράτησε στα χέρια του, το μύρισε και το χάιδεψε απαλά. Τα λουλούδια, όμως, διαμαρτυρήθηκαν μεταξύ τους και είπαν με απορία, γιατί ο δικαιοκρίτης της ζωής έκανε μια τέτοια διάκριση. Και ο Χριστός τους είπε: Τούτο το λευκό και ευωδιαστό λουλούδι είναι ο δάσκαλος που περπατά στ’ αχνάρια μου και αγαπά τα παιδιά και τη Βασιλεία των Ου ρανών. Έχε την ευχή μου και ν’ αγαπάς τα παιδιά...». Συγκλονισμένος ολότελα τη γλυκαγκάλιασα με στοργή, της φίλησα τα χέρια της και το ρυτιδωμένο πρόσωπό της το γέμισα με δάκρυα, με διάφανα μαργαριτάρια... ΕΛΕΝΗ Στα χρόνια που η αστυνομία είχε έδρα ακόμη στο χωριό, στο οίκημα του Ντάρκα όπως το έλεγαν, ένα διώροφο πέτρινο κτήριο, μεταξύ του Περικλή του Φωτόπουλου και του παπα Κώστα του χωριού μας, ζούσε μεταξύ των αστυνομικών και μια γυναίκα, η οποία φρόντιζε για όλες τις δουλειές που αφορούσαν το νοικυριό των αστυνομικών που κατά καιρούς διορίζονταν στο χωριό μας, συνήθως ένας αστυνόμος και δυό χωροφύλακες. Την έλεγαν Ελένη και της είχαν δώσει το παρανόμι ‘’ του Ντάρκα ή της Αστυνομίας’’. Η Ελένη καταγόταν από ένα γειτονικό χωριό στο Κοπανάκι, το Λάπι αν θυμάμαι καλά και ήρθε στο χωριό αρραβωνιασμένη από κάποιον Θανάση Ντάρκα, που έμεινε στη θύμισή μας και αυτός με αυτό το παρανόμι. Για κάποιον λόγο το ζευγάρι χώρισε, έφυγε ο Θανάσης προς άγνωστη κατεύθυνση και άφησε την Ελένη μοναχή σε ξένο τόπο. Προς τιμήν του όμως την άφησε να ζει στο σπίτι, μέχρι το θάνατό της. Αργότερα το σπίτι το νοίκιασε η αστυνομία και η Ελένη μετακόμισε στο υπόγειο. Ήταν μια καλοκάγαθη γυναίκα, πολύ εργατική και πρόσχαρη και υπηρετούσε τους αστυνομικούς με ζήλο. Ο καημός όμως της γεροντοκόρης και των επερχόμενων γηρατειών, έτρωγε την ψυχή της, σαν το σαράκι. Κάθε πρωτομαγιά ή τ΄Αι Γιαννιού του Ριγανά που οι κοπελιές έβγαζαν τα προικιά τους και τα άπλωναν να αεριστούν, έδενε η Ελένη ένα χοντρό σχοινί από τη γωνία της Αστυνομίας μέχρι τη γωνία του σπιτιού του παπα Κώστα απέναντι και άπλωνε και αυτή τα προικιά της που ήταν πάρα πολλά και όμορφα. Περνούσαμε και μεις τα παιδάκια και τα χαζεύαμε, λέγοντας και σε άλλα: ελάτε να δείτε τα προικιά της Ελένης του Ντάρκα και γελούσαμε τα αθεόφοβα ,γιατί είχαμε τη διαολιά μέσα μας και γιατί η Ελένη είχε μεγαλώσει αρκετά. Απλώνονταν λοιπόν κάθε του Μάη ή του Ιούνη τα προικιά και μαζεύονταν και ούτε γαμπρός στον ορίζοντα ούτε πεθερά να τα ζηλέψει. Και όπως γινόταν συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις οι ερωτήσεις έδιναν και έπαιρναν. – Πότε θα παντρευτείς Ελένη; – Τώρα σιαπέρα σιαπέρα ρε ,ν΄ ανοίξει ο καιρός απαντούσε. – Έχω τους αντρώπους μου εγώ ρε. – Πόσο χρονών είσαι Ελένη; – Όσο και η Ντίνα του Παντελή, έλεγε.(δέκα χρόνια μικρότερη η Ντίνα!!). Οι μαθητές στο λεωφορείο όταν έμπαινε, σηκώνονταν και της πρόσφεραν θέση, λέγοντας: κάτσε γιαγιά. Κι εκείνη τσαντιζόταν και απαντούσε: δεν είμαι γιαγιά. Και τα χρόνια περνούσαν . Η αστυνομία μεταφέρθηκε στο Δώριο, αυτή ανέβηκε όροφο και γαμπρός δεν έλεγε ακόμη να σκάσει μύτη. Όταν άκουγε ότι κάποιος αρραβώνιασε την τάδε έλεγε: -Πάνε και παίρνουνε τα νιάνιαρα! Χάθηκαν οι γυναίκες οι νοικοκυρές και οι μυαλωμένες! (ένα απ΄ αυτά τα νιάνιαρα, ήμουν και ΄γω). Ώσπου κάποια στιγμή το πήρε απόφαση και όταν η αστυνομία μετακόμισε, έμεινε για λίγο μόνη της και αργότερα έφυγε για το χωριό της, στους αντρώπους της, όπως έλεγε, αν είχε απομείνει κάποιος από αυτούς. Το πεπρωμένο όμως όλων μας ,που μοιράζει τις χαρές και τις λύπες, στην περίπτωση της Ελένης ,φύλαξε πικρό φινάλε! Όσο σκληρό στάθηκε στην εγκατάλειψή της (εκείνο τον καιρό δεν ήταν ότι καλύτερο), από τον αρραβωνιαστικό και την ανάγκη να υπηρετεί ακούραστα τους αστυνομικούς, άλλο τόσο τραγικό και απάνθρωπο, στάθηκε και για το τέλος της. Βρέθηκε νεκρή, γυμνή και βιασμένη στις σιδηροδρομικές γραμμές μεταξύ Κοπανακίου και Δωρίου ! Και άνθρωπο δεν είχε βλάψει! Τις περισσότερες φορές την θυμόμαστε, με ένα απροσδιόριστο χαμόγελο στα χείλη, στη μοίρα μάλλον απευθυνόμενο, μπας και την γλυκάνει λίγο και της δείξει άσπρο δόντι ! Να ΄σαι καλά Ελένη εκεί που είσαι και αν κάποια στιγμή αστειευτήκαμε μαζί σου, έστω και αργά τώρα ,συγχώρα μας, αν μας ακούς! Τόσο μας έκοβε! Άφησες το δικό σου αποτύπωμα στην ιστορία του χωριού μας, εκείνα τα χρόνια τα δύσκολα, προσφέροντας τις πολύτιμες υπηρεσίες σου στην αστυνομία και τους αστυνομικούς του χωριού μας, και σε θυμόμαστε πάντα με αγάπη ! Δωροθέα. ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ Πωλείται αγροτεμάχιο στη θέση Ρουπακιά Αετού με 5,300 στρέμματα ελιές. Πληροφορίες στο τηλέφωνο 6978664932 ΠΟΙΗΜΑΤΑ TO ΔΑΚΡΥ Η ζωή μου είναι δάκρυ είναι θάλασσα πλατειά που δεν έχει ούτε άκρη μόνο κύμματα αρμυρά, κύμματα που με χτυπάνε θέλουν να με καταπιούν μα εγώ δεν τα φοβάμαι άστα λέω ας χτυπούν, ας χτυπούνε με μανία και με μίσος φοβερό κάποτε θα κουραστούνε και θα σβήσουν στο γιαλό. Αγγ. Φωτοπούλου Η ΖΩΗ Νάτανε θάλασσα η ζωή κάμπος με τα λουλούδια να μην τελειώνει η γλύκα της, και να της λεν τραγούδια μ’ αυτή διαβαίνει γρήγορα σαν νύχτα και σαν μέρα κι αφήνει πίκρες πίσω της γεμίζουν τον αγέρα 5/79 Αγγ. Φωτοπούλου
6 Publizr Home