3

η ΦΩΝΗ του ΑΕΤΟΥ σελίδα 3 Oι συμπατριώτες μας γράφουν ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΩΤΙΑΔΗΣ (Ο ιστορικός με Κυπαρισσιώτικες ρίζες) ΓΡΑΦΕΙ Ο ΣΤΑΘΗΣ ΗΛ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ Μ ια ακόμα οικογένεια απ’ την Κυπαρισσία, που μετά την αποτυχία των Ορλωφικών (1770), βρέθηκε, ύστερα από αιχμαλωσία, στη Μικρά Ασία (μια άλλη ήταν αυτή του Φώτη Κόντογλου) ήταν εκείνη του Δημήτρη Φωτιάδη. Στην Κυπαρισσία η οικογένεια λεγόταν Καράτση - όπως και του Κόντογλου λεγόταν Κοντοπούλου. Ο Δημήτρης Φωτιάδης γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1898. Ο πατέρας του Αλέκος Φωτιάδης ήταν μεγαλοκτηματίας, άρα καταγόταν από εύπορη οικογένεια. Ο Φωτιάδης κατετάγη εθελοντής κατά τη Μικρασιατική εκστρατεία, προκειμένου να προσφέρει και αυτός στην απελευθέρωση της Ιωνίας και της ευρύτερης περιοχής. Όμως, η κατάσταση - όπως είναι γνωστό - δεν είχε ευτυχή κατάληξη. Τη σκίασε η καταστροφή που ακολούθησε. Κατά τη Μικρασιατική καταστροφή απ’ τη Σμύρνη βρεθηκε στην Αθήνα. Αμέσως ασχολήθηκε με τα γράμματα κι εργάστηκε ως Διευθυντής - παράλληλα με τα έργα που έγραφε (Μάναι Βιτρόβα, Μαγεμένο Βιολί κ.α.) - εργάστηκε ως Διευθυντής του περιοδικού «Νεοελληνικά Γράμματα». Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου εργάστηκε ως ανταποκριτής στο Λονδίνο, αλλά και στη Μέση Ανατολή. Στα «πέτρινα χρόνια» του Εμφυλίου Πολέμου εξορίστηκε για τα πολιτικά του φρονήματα, ενώ διηύθυνε και το περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα». Ασχολήθηκε και με την πολιτική, αλλά γρήγορα αντελήφθη ότι έπρεπε ν’ ασχοληθεί με την ιστοριογραφία. Το κύριο βάρος το εστίασε στην Ελληνική Επανάσταση. Και πώς να γινόταν διαφορετικά, αφού η Επανάσταση του 1821 ήταν ένα κορυφαίο γεγονός της νεότερης Ελληνικής Ιστορίας, που έφερε την ελευθερία στην πατρίδα, ύστερα από τετρακόσια σκλαβιάς. Έδωσε πολλά έργα, αλλά στο χώρο της Ιστορίας πρόσφερε τα έργα: «Μακρυγιάννης» (1946), «Καραϊσκάκης» (1956), «Κανάρης» (1960), «Η δίκη του Κολοκοτρώνη» (1962), «Όθωνας - Μοναρχία - Έξωση» (1963, 1964), «Η επανάσταση 1821» (1971-72), «Η 3η Σεπτεμβρίου 1843» (1975) και άλλα. Για το πολύπλευρο έργο του τιμήθηκε με το Μετάλλιο της Εταιρείας Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Σορβόνης (1939), με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορηματικής Βιογραφίας (1982), για το έργο του «Ενθυμήματα». Διετέλεσε Πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του κατέβηκε στην Κυπαρισσία, όπου ο Σύλλογος των εν Αθήναις Κυπαρισσίων η «Αρκαδία» (Πρόεδρός του ήταν ο Διονύσης Πιτταράς) διοργάνωσε προς τιμήν του φιλολογική εκδήλωση στην αίθουσα του κινηματογράφου «Αστέρια». Ήταν τότε, που συγκινημένος ζήτησε να του παραχωρηθεί ένας τάφος για να ταφεί στη γενέτειρα των προγόνων του. Έφυγε απ’ τη ζωή στις 23 Οκτωβρίου 1988 κι ετάφη στο Κοιμητήριο του Αγίου Δημητρίου στην Πάνω Πόλη της Κυπαρισσίας, που είχε πυρποληθεί απ’ τον Ιμπραήμ στις 21 Μαΐου του 1825. Η Κυπαρισσία θα έπρεπε - όπως και για τον Κόντογλου - να έχει στήσει προτομή του. Μήπως, φέτος, που θυμόμαστε, με πόνο καρδιάς, το 1922, πρέπει να γίνει αυτό; Ο Δήμος έχει το λόγο... ΥΠΑΙΤΙΟΙ ΚΙ ΕΝΟΧΟΙ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ Η ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ήταν ανυπολόγιστη, αν σκεφτεί κανείς πως κάπου 700.000 ήταν οι νεκροί και οι 1.500.000 ανήλθαν οι πρόσφυγες. Ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας, που ήταν εκεί ριζωμένος χιλιάδες χρόνια, ξερριζώθηκε βάναυσα. Η καταστροφή αυτή θεωρείται μεγαλύτερη και από εκείνη της άλωσης της Πόλης. Γιατί, σήμανε, κατά έναν τρόπο, και το τέλος του Ελληνισμού στη Μικρά Ασία, αλλά και το τέλος του Βυζαντίου. Ο Κεμάλ και οι Τούρκοι του ξεπέρασαν τον πρόγονό τους Μωάμεθ σε ωμότητες. Για όλη αυτή την απερίγραπτη καταστροφή υπήρξαν, ανάλογα, υπεύθυνοι κι ένοχοι. Έφταιξαν οπωσδήποτε οι σύμμαχοι, που μας ώθησαν να κάνουμε απόβαση στη Σμύρνη, και στην πορεία μας εγκατέλειψαν όταν είδαν πως τα συμφέροντά τους άλλαζαν, αλλά οι μεγάλοι υπεύθυνοι ήταν οι πολιτικοί μας, που τους τύφλωσε το πάθος της εξουσίας κι έφτασαν στον διχασμό. Κι από κοντά τα σφάλματα της στρατιωτικής ηγεσίας. Ας θυμηθούμε πως ο στρατηγός Χατζηανέστης, που διαδέχθηκε τον Παπούλα διηύθυνε τις επιχειρήσεις απ’ τη Σμύρνη, ενώ το μέτωπο ήταν 500 χλμ. μακριά, ενώ ο Κεμάλ ήταν επικεφαλής του στρατού του την ώρα των επιχειρήσεων. Γράφει σχετικά ο στρατηγός Μαζαράκης: «Δεν υπήρχε μεγαλυτέρα αθλιότης, μεγαλύτερο έγκλημα, από το ν’ αποτολμήσουν οι στρατιωτικοί τις εκστρατείες του Μαρτίου και του Ιουνίου 1921 προς το Εσκί Σεχίρ, την Κιουτάχεια και το Αγιόν Καρά Χισάρ, ακόμα δε περισσότερο την ολέθρια εκστρατεία του Σαγγαρίου και να απλώσουν τον μικρόν στρατόν μας εις ένα κορδόνι μήκους 600 χιλιομέτρων το οποίον ήτο παντού ασθενές και προωρισμένον με την πρώτην κρούσιν να καταρρεύση. Εξάλλου ο αρχιστράτηγος Αν. Παπουλας από τις 8 Σεπτεμβρίου 1921 απ’ το Δορύλαιο σε σχετική έκθεσή του είχε κρούσει τον κώδωνα κινδύνου με τα εξής: «Ο στρατός ημών κατόπιν εννεαετούς πολέμου έχει υποστή σοβαράν μείωσιν κυρίως από απόψεως στελεχών και δη των καλυτέρων, εξ ού η συνοχή εκ τη διοικήσει έχει μειωθεί. Κατά τας δύο τελευταίας επιχειρήσεις ο στρατός εν τω συνόλω του υπήρξε αξιοθαύμαστος. Αλλ’ η αντίληψις της Στρατιάς είναι ότι δεν θα ήτο φρόνιμον να ζητηθεί τί πλέον παρ’ αυτού. Δια τους λόγους τούτους φρονώ ότι επιβάλλεται η ταχεία περαίωσις της Μικρασιατικής Εκστρατείας». Πρότεινε, όπως φαίνεται, πως ο στρατός έπρεπε να μην προχωρήσει σε νέες επιχειρήσεις. Η Κυβέρνηση, όμως, άλλα διακήρυττε στη Βουλή. Ισχυριζόταν ότι θα κέρδιζε 100.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα έναντι των 16.000 που έπαιρνε με τη Συνθήκη των Σεβρών. Ο έλκων την καταγωγή του απ’ την Κυπαρισσία ιστορικός Δημήτρης Φωτιάδης παρατηρεί και σχολιάζει: «Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς στη δήλωση αυτή; Την άγνοια της πραγματικότητας ή το ενσυνείδητο ψέμα;» «Γράγγραινα» και «πυορροούσα πληγή» αποκαλούσαν οι κυβερνώντες την Μικρασιατική εκστρατεία όταν ήταν στην Αντιπολίτευση και όταν πήραν την εξουσία έστελναν τον ηρωικό μας στρατό να περάσει και την Αλμυρά έρημο εν μέσω, από κάθε άποψη, δυσμενών συνθηκών. Ένας στρατός, που πολεμούσε απ’ το 1912 με εχθρό υπερτέρων δυνάμεων, ένα στρατό, που με τον ηρωισμό του είχε προκαλέσει τον θαυμασμό ...... συμμάχων και εχθρών. Ο ίδιος ο Κεμάλ συνομιλώντας αργότερα με τον Βενιζέλο του εκμυστηρεύτηκε: «Θα σας πω, πρόεδρε, κάτι. Ο ελληνικός στρατός και μην το πάρεις για φιλοφρόνηση, είναι ο καλύτερος της Ευρώπης. Η διάβαση της Αρμυρής Ερήμου, ήταν ένας άθλος στρατιωτικός. Παρακολουθήσαμε τη μάχη των τριών ημερών και εμείναμε εμβρόντητοι. Βλέπαμε τις επιθέσεις των Ελλήνων στρατιωτών και τους θαυμάζαμε. Μόνον που εκείνοι που τον έστειλαν εναντίον της Άγκυρας διέπραξαν μέγα σφάλμα. Διότι και αν κατελάμβαναν την Άγκυραν, ημείς είχαμε οπίσω την απέραντη έκταση της Τουρκίας, και συνεπώς, δεν ήτο δυνατή η εκμηδένιση των δυνάμεών μας...». Κοντά σε όλα αυτά ας θυμηθούμε και τη συμπεριφορά του αρμοστή Αρ. Στοργιάδη, που κάθε άλλο παρά θετικό πρόσημο μπορεί να έχει. Όπως όμως και να εξετάσει κανείς όσα έγιναν θα καταλήξει στο συμπέρασμα πως ο διχασμός είναι το σαράκι της φυλής μας. Πως όταν φυτρώνει σαν τσουκνίδα πνίγει τα χαμομήλια των αρετών μας και θυμάται κανείς τον στίχο του εθνικού μας ψάλτη: «Σαν μισούνται ανάμεσά τους δεν τους πρέπει Λευτεριά». Είναι ευκαιρία να θυμηθούμε, για άλλη μια φορά, ότι η αντινομία μας εμφωλεύει μέσα μας. Είναι αυτή που ανέβασε ψηλά έναν Περικλή για να τον ταπεινώσει μετά, που πεφηνευόταν για τον δίκαιο Αριστείδη για να τον εξοστρακίσει στη συνέχεια, που θεοποίησε τον Σωκράτη για να τον υποχρεώσει να πιει το κώνειο, που έκανε τον Κολοκοτρώνη αρχιστράτηγο για να τον κλείσει στα μπουντρούμια της φυλακής, που πύργωσε το Εικοσιένα για να το γκρεμίσει παραλίγο, που υποδέχτηκε ως Μεσία τον Καποδίστρια για να τον δολοφονήσει, που έγραψε το 1909 για να το απεμπολήσει, που δόξασε τον Βενιζέλο για να επιχειρησει τη δολοφονία του, που δημιούργησε τη μεγάλη Ελλάδα για να τη μικρύνει σε λίγο. Πολλά τ’ αρνητικά της αντινομίας. Καιρός είναι να γεωργηθεί και να λιπανθεί η ενότητα και η ομόνοια για να μην έχουμε άλλες συμφορές και να βαδίσουμε τη λεωφόρο της προόδου και της προκοπής.

4 Publizr Home


You need flash player to view this online publication